τσαλακώνω
•
- μεταβατικόδιπλώνω χωρίς προσοχή κάτι σε μία ή περισσότερες μεριές, με αποτέλεσμα να μείνει ένα ορατό άσχημο σημάδι Βικιλεξικό
- Αν δεν προσέξεις πώς κάθεσαι, θα τσαλακώσεις τη φρεσκοσιδερωμένη φούστα σου.
- αμετάβατοέχω την τάση να σχηματίζω δίπλες, ζάρες Βικιλεξικό
- Πρόσεχε αυτό το ύφασμα, τσαλακώνει εύκολα.
- μεταβατικόπροκαλώ ζημιά στο αμάξωμα αυτοκινήτου Βικιλεξικό
- Με χτύπησε από πλάγια και μου τσαλάκωσε τον προφυλακτήρα
- μεταφορικάπλήττω καίρια (το φιλότιμο ή τον εγωισμό κάποιου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαλακώνω < ελληνιστική κοινή ψαλάσσω / ψαλάττω (αγγίζω ελαφρά) + -ώνω < αρχαία ελληνική ψάλλω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τσαλακώνω | τσαλακώνεις | τσαλακώνει | τσαλακώνουμε | τσαλακώνετε | τσαλακώνουν / τσαλακώνουνε |
| Παρατατικός | τσαλάκωνα | τσαλάκωνες | τσαλάκωνε | τσαλακώναμε | τσαλακώνατε | τσαλάκωναν / τσαλακώναν / τσαλακώνανε |
| Αόριστος | τσαλάκωσα | τσαλάκωσες | τσαλάκωσε | τσαλακώσαμε | τσαλακώσατε | τσαλάκωσαν / τσαλακώσαν / τσαλακώσανε |
| Μέλλοντας | θα τσαλακώνω / θα τσαλακώσω | θα τσαλακώνεις / θα τσαλακώσεις | θα τσαλακώνει / θα τσαλακώσει | θα τσαλακώνουμε / θα τσαλακώσουμε | θα τσαλακώνετε / θα τσαλακώσετε | θα τσαλακώνουν / θα τσαλακώνουνε / θα τσαλακώσουν / θα τσαλακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τσαλακώσει | έχεις τσαλακώσει | έχει τσαλακώσει | έχουμε τσαλακώσει | έχετε τσαλακώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τσαλακώσει | είχες τσαλακώσει | είχε τσαλακώσει | είχαμε τσαλακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τσαλακώσει / να τσαλακώνω / να τσαλακώσω | να έχεις τσαλακώσει / να τσαλακώνεις / να τσαλακώσεις | να έχει τσαλακώσει / να τσαλακώνει / να τσαλακώσει | να έχουμε τσαλακώσει / να τσαλακώνουμε / να τσαλακώσουμε | να έχετε τσαλακώσει / να τσαλακώνετε / να τσαλακώσετε | να τσαλακώνουν / να τσαλακώνουνε / να τσαλακώσουν / να τσαλακώσουνε |
| Προστακτική | — | τσαλάκωνε / τσαλάκωσε | — | — | τσαλακώνετε / τσαλακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →