τσαμπουνάω
•
- αρχική σημασίαπαίζω την τσαμπούνα Βικιλεξικό
- λαϊκότροπομιλάω ανόητα και ακατάπαυστα Βικιλεξικό
- Προτιμά δηλαδή να προσποιηθεί τη γνώστρια παρά να πει, παιδί μου δεν τον ξέρω αυτόν τον κύριο Οφορίκουε που μου τσαμπουνάς. Η δηθενιά της φυλής μας σε όλο της το μεγαλείο μέσα από τρίλεπτα βίντεο. Απολαυστικά αστείο και τραγικό μαζί. (30/12/2016, Protagon.gr https://www.protagon.gr/apopseis/editorial/44341312658-44341312658)
- Απολογάτ' ο Κεχαγιάς προς τον Κολοκοτρώνη.
- "Κάνε νισάφι στην Τουρκιά, κόψε, μόν' άφσε κιόλας"
- Τι τσαμπουνάς, βρωμότουρκε; τι λες παλιομουρτάτη;
- Νισάφι έκαμες εσύ στην έρημη Βοστίτσα
- οπόσφαξες τ' αδέρφια μας κι όλους τους εδικούς μας;
- παρωχημένομυξοκλαίω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαμπουνάω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσαμπουν(ίζω) + μεταπλασμός σε -άω < τσαμπούνα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →