Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσαμπουνάω

/t͡sa.buˈna.o/ρήμα
•
  1. αρχική σημασίαπαίζω την τσαμπούνα Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροπομιλάω ανόητα και ακατάπαυστα Βικιλεξικό
    • Προτιμά δηλαδή να προσποιηθεί τη γνώστρια παρά να πει, παιδί μου δεν τον ξέρω αυτόν τον κύριο Οφορίκουε που μου τσαμπουνάς. Η δηθενιά της φυλής μας σε όλο της το μεγαλείο μέσα από τρίλεπτα βίντεο. Απολαυστικά αστείο και τραγικό μαζί. (30/12/2016, Protagon.gr https://www.protagon.gr/apopseis/editorial/44341312658-44341312658)
    • Απολογάτ' ο Κεχαγιάς προς τον Κολοκοτρώνη.
    • "Κάνε νισάφι στην Τουρκιά, κόψε, μόν' άφσε κιόλας"
    • Τι τσαμπουνάς, βρωμότουρκε; τι λες παλιομουρτάτη;
    • Νισάφι έκαμες εσύ στην έρημη Βοστίτσα
    • οπόσφαξες τ' αδέρφια μας κι όλους τους εδικούς μας;
  3. παρωχημένομυξοκλαίω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσαμπουνάω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσαμπουν(ίζω) + μεταπλασμός σε -άω < τσαμπούνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →