τσαμπούνα
•
- μουσικό όργανοείδος παραδοσιακού πνευστού μουσικού οργάνου με ασκό αντίστοιχο με τον αρχαίο άσκαυλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαμπούνα < (άμεσο δάνειο) ιταλική zampogna < λατινική symphonia < αρχαία ελληνική συμφωνία (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαμπούνα | τσαμπούνες |
| Γενική | τσαμπούνας | τσαμπουνών |
| Αιτιατική | τσαμπούνα | τσαμπούνες |
| Κλητική | τσαμπούνα | τσαμπούνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →