τσανάκα
•
- μεγάλο τσανάκι, π.χ. για γιαούρτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσανάκα < τσανάκ(ι) + μεγεθυντικό επίθημα -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσανάκα | τσανάκες |
| Γενική | τσανάκας | — |
| Αιτιατική | τσανάκα | τσανάκες |
| Κλητική | τσανάκα | τσανάκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →