τσαούλι
•
- ιδιωματικότο σαγόνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαούλι < τσαγούνι < αρχαία ελληνική σιαγόνιον, υποκοριστικό του σιαγών
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαούλι | τσαούλια |
| Γενική | τσαουλιού | τσαουλιών |
| Αιτιατική | τσαούλι | τσαούλια |
| Κλητική | τσαούλι | τσαούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →