τσαρούχι
•
- υπόδημα, συνήθως με φούντα, που φορούσαν οι Έλληνες χωρικοί και οι τσολιάδες Βικιλεξικό
- υπόδημα σύμβολο των ευζώνων της προεδρικής φρουράς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαρούχι < μεσαιωνική ελληνική τσαρούχιν < παλαιά τουρκική çaruk (> τουρκική çarık (σανδάλι με πέτσινη σόλα))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαρούχι | τσαρούχια |
| Γενική | τσαρουχιού | τσαρουχιών |
| Αιτιατική | τσαρούχι | τσαρούχια |
| Κλητική | τσαρούχι | τσαρούχια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →