Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσαρουχάς

/t͡sa.ɾuˈxas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που κατασκευάζει τσαρούχια Βικιλεξικό
    • Στις μέρες μας είναι πολύ δύσκολο να βρεις τσαρουχά
    • Και μέσα στα μαγαζιά οι έμποροι μετρούσαν με την πήχη, σκίζανε χασέδες, οι μπακάληδες γέμιζαν χαρτουλίνες και μποτίλιες, οι τσαρουχάδες χτυπούσαν τα πετσιά, οι καποτάδες ράβαν καθισμένοι σταυροπόδι, ο ντελάλης φώναζε και τα μπακαλόπουλα γυρνούσαν βρόμικα και κουβαλούσανε ξυπόλητα νερό. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Η Αννιώ, 1923)

Ετυμολογία

τσαρουχάς < τσαρούχ(ι) + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσαρουχάςτσαρουχάδες
Γενικήτσαρουχάτσαρουχάδων
Αιτιατικήτσαρουχάτσαρουχάδες
Κλητικήτσαρουχάτσαρουχάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →