τσεκούρωμα
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσεκουρώνω Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: τσεκουριά
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσεκουρώνω Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσεκουρώνω Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσεκουρώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσεκούρωμα < τσεκουρώνω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσεκούρωμα | τσεκουρώματα |
| Γενική | τσεκουρώματος | τσεκουρωμάτων |
| Αιτιατική | τσεκούρωμα | τσεκουρώματα |
| Κλητική | τσεκούρωμα | τσεκουρώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →