τσιγαρίδα
•
- γαστρονομίαείδος φαγητού από τηγανισμένο χοιρινό λίπος ή κρέας Βικιλεξικό
- μεταφορικάλεπτός άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιγαρίδα < τσιγαρ(ίζω) + -ίδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιγαρίδα | τσιγαρίδες |
| Γενική | τσιγαρίδας | τσιγαρίδων |
| Αιτιατική | τσιγαρίδα | τσιγαρίδες |
| Κλητική | τσιγαρίδα | τσιγαρίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →