τσιγαρίζω
•
- γαστρονομίαψήνω τροφές μαζί με λάδι σε τηγάνι ή κατσαρόλα για λίγα λεπτά Βικιλεξικό
- βάζουμε το κρέας με τα κρεμμύδια και το σκόρδο σε χαμηλή φωτιά και τα τσιγαρίζουμε
- μεταφορικάβασανίζω, ταλαιπωρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιγαρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσιγαρίζω < βενετική cigar / ιταλικά zigare < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τσιγαρίζω | τσιγαρίζεις | τσιγαρίζει | τσιγαρίζουμε | τσιγαρίζετε | τσιγαρίζουν / τσιγαρίζουνε |
| Παρατατικός | τσιγάριζα | τσιγάριζες | τσιγάριζε | τσιγαρίζαμε | τσιγαρίζατε | τσιγάριζαν / τσιγαρίζαν / τσιγαρίζανε |
| Αόριστος | τσιγάρισα | τσιγάρισες | τσιγάρισε | τσιγαρίσαμε | τσιγαρίσατε | τσιγάρισαν / τσιγαρίσαν / τσιγαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα τσιγαρίζω / θα τσιγαρίσω | θα τσιγαρίζεις / θα τσιγαρίσεις | θα τσιγαρίζει / θα τσιγαρίσει | θα τσιγαρίζουμε / θα τσιγαρίσουμε | θα τσιγαρίζετε / θα τσιγαρίσετε | θα τσιγαρίζουν / θα τσιγαρίζουνε / θα τσιγαρίσουν / θα τσιγαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τσιγαρίσει | έχεις τσιγαρίσει | έχει τσιγαρίσει | έχουμε τσιγαρίσει | έχετε τσιγαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τσιγαρίσει | είχες τσιγαρίσει | είχε τσιγαρίσει | είχαμε τσιγαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τσιγαρίσει / να τσιγαρίζω / να τσιγαρίσω | να έχεις τσιγαρίσει / να τσιγαρίζεις / να τσιγαρίσεις | να έχει τσιγαρίσει / να τσιγαρίζει / να τσιγαρίσει | να έχουμε τσιγαρίσει / να τσιγαρίζουμε / να τσιγαρίσουμε | να έχετε τσιγαρίσει / να τσιγαρίζετε / να τσιγαρίσετε | να τσιγαρίζουν / να τσιγαρίζουνε / να τσιγαρίσουν / να τσιγαρίσουνε |
| Προστακτική | — | τσιγάριζε / τσιγάρισε | — | — | τσιγαρίζετε / τσιγαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →