τσιγκουνεύομαι
•
- κυριολεκτικάείμαι τσιγκούνης και επιδεικνύω σχετική συμπεριφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιγκουνεύομαι < τσιγκούν(ης) + -εύομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τσιγκουνεύομαι | τσιγκουνεύεσαι | τσιγκουνεύεται | τσιγκουνευόμαστε | τσιγκουνεύεστε | τσιγκουνεύονται |
| Παρατατικός | τσιγκουνευόμουν / τσιγκουνευόμουνα | τσιγκουνευόσουν / τσιγκουνευόσουνα | τσιγκουνευόταν / τσιγκουνευότανε | τσιγκουνευόμασταν / τσιγκουνευόμαστε | τσιγκουνευόσασταν / τσιγκουνευόσαστε | τσιγκουνευόντουσαν / τσιγκουνεύονταν |
| Αόριστος | τσιγκουνεύτηκα | τσιγκουνεύτηκες | τσιγκουνεύτηκε | τσιγκουνευτήκαμε | τσιγκουνευτήκατε | τσιγκουνευτήκαν / τσιγκουνευτήκανε / τσιγκουνεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα τσιγκουνευτώ / θα τσιγκουνεύομαι | θα τσιγκουνευτείς / θα τσιγκουνεύεσαι | θα τσιγκουνευτεί / θα τσιγκουνεύεται | θα τσιγκουνευτούμε / θα τσιγκουνευόμαστε | θα τσιγκουνευτείτε / θα τσιγκουνεύεστε | θα τσιγκουνευτούν / θα τσιγκουνευτούνε / θα τσιγκουνεύονται |
| Παρακείμενος | έχω τσιγκουνευτεί | έχεις τσιγκουνευτεί | έχει τσιγκουνευτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τσιγκουνευτεί | είχες τσιγκουνευτεί | είχε τσιγκουνευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τσιγκουνευτεί / να τσιγκουνευτώ / να τσιγκουνεύομαι | να έχεις τσιγκουνευτεί / να τσιγκουνευτείς / να τσιγκουνεύεσαι | να έχει τσιγκουνευτεί / να τσιγκουνευτεί / να τσιγκουνεύεται | να τσιγκουνευτούμε / να τσιγκουνευόμαστε | να τσιγκουνευτείτε / να τσιγκουνεύεστε | να τσιγκουνευτούν / να τσιγκουνευτούνε / να τσιγκουνεύονται |
| Προστακτική | — | τσιγκουνέψου / τσιγκουνεύου | — | — | τσιγκουνευτείτε / τσιγκουνεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →