τσιγκουνιά
•
- το να είναι κάποιος τσιγκούνης, η ιδιότητα του τσιγκούνη Βικιλεξικό
- στον πληθυντικότσιγκουνιές: χαρακτηριστικές ενέργειες και εκδηλώσεις ενός τσιγκούνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιγκουνιά < τσιγκούν(ης) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιγκουνιά | τσιγκουνιές |
| Γενική | τσιγκουνιάς | τσιγκουνιών |
| Αιτιατική | τσιγκουνιά | τσιγκουνιές |
| Κλητική | τσιγκουνιά | τσιγκουνιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →