Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσιγκουνιά

/t͡siŋ.ɡuˈɲa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος τσιγκούνης, η ιδιότητα του τσιγκούνη Βικιλεξικό
  2. στον πληθυντικότσιγκουνιές: χαρακτηριστικές ενέργειες και εκδηλώσεις ενός τσιγκούνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσιγκουνιά < τσιγκούν(ης) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσιγκουνιάτσιγκουνιές
Γενικήτσιγκουνιάςτσιγκουνιών
Αιτιατικήτσιγκουνιάτσιγκουνιές
Κλητικήτσιγκουνιάτσιγκουνιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →