τσιγκούνικος
•
- ταιριαστός σε τσιγκούνη, με τσιγκουνιά Βικιλεξικό
- μεταφορικάανεπαρκής, λιγοστός Βικιλεξικό
- Προτίμησε το στενό μονοπάτι, για να φτάσει όσο μπορούσε συντομότερα και να προφτάσει το τσιγκούνικο φως του απογεύματος. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
Ετυμολογία
τσιγκούνικος < τσιγκούν(ης) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιγκούνικος | τσιγκούνικη | τσιγκούνικο |
| Γενική | τσιγκούνικου | τσιγκούνικης | τσιγκούνικου |
| Αιτιατική | τσιγκούνικο | τσιγκούνικη | τσιγκούνικο |
| Κλητική | τσιγκούνικε | τσιγκούνικη | τσιγκούνικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιγκούνικοι | τσιγκούνικες | τσιγκούνικα |
| Γενική | τσιγκούνικων | τσιγκούνικων | τσιγκούνικων |
| Αιτιατική | τσιγκούνικους | τσιγκούνικες | τσιγκούνικα |
| Κλητική | τσιγκούνικοι | τσιγκούνικες | τσιγκούνικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →