Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσιγκούνικος

/t͡siŋˈɡu.ni.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ταιριαστός σε τσιγκούνη, με τσιγκουνιά Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάανεπαρκής, λιγοστός Βικιλεξικό
    • Προτίμησε το στενό μονοπάτι, για να φτάσει όσο μπορούσε συντομότερα και να προφτάσει το τσιγκούνικο φως του απογεύματος. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)

Ετυμολογία

τσιγκούνικος < τσιγκούν(ης) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσιγκούνικοςτσιγκούνικητσιγκούνικο
Γενικήτσιγκούνικουτσιγκούνικηςτσιγκούνικου
Αιτιατικήτσιγκούνικοτσιγκούνικητσιγκούνικο
Κλητικήτσιγκούνικετσιγκούνικητσιγκούνικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσιγκούνικοιτσιγκούνικεςτσιγκούνικα
Γενικήτσιγκούνικωντσιγκούνικωντσιγκούνικων
Αιτιατικήτσιγκούνικουςτσιγκούνικεςτσιγκούνικα
Κλητικήτσιγκούνικοιτσιγκούνικεςτσιγκούνικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →