Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσιλημπουρδίζω

ρήμα
•
  1. ερωτοτροπώ, συνήθως εξωσυζυγικά Βικιλεξικό
  2. φέρομαι απρεπώς Βικιλεξικό
  3. ασχολούμαι με κάτι που μου τρώει χρόνο απ' την εργασία μου, χρονοτριβώ ασχολούμενος με κάτι άλλο απ' το αρμόζον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσιλημπουρδίζω < τσιλημπουρδ(ώ) + -ίζω → δείτε τη λέξη τσιλημπουρδάω για την ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτσιλημπουρδίζωτσιλημπουρδίζειςτσιλημπουρδίζειτσιλημπουρδίζουμετσιλημπουρδίζετετσιλημπουρδίζουν / τσιλημπουρδίζουνε
Παρατατικόςτσιλημπούρδιζατσιλημπούρδιζεςτσιλημπούρδιζετσιλημπουρδίζαμετσιλημπουρδίζατετσιλημπουρδίζαν / τσιλημπουρδίζανε / τσιλημπούρδιζαν
Αόριστοςτσιλημπούρδισατσιλημπούρδισεςτσιλημπούρδισετσιλημπουρδίσαμετσιλημπουρδίσατετσιλημπουρδίσαν / τσιλημπουρδίσανε / τσιλημπούρδισαν
Μέλλονταςθα τσιλημπουρδίζω / θα τσιλημπουρδίσωθα τσιλημπουρδίζεις / θα τσιλημπουρδίσειςθα τσιλημπουρδίζει / θα τσιλημπουρδίσειθα τσιλημπουρδίζουμε / θα τσιλημπουρδίσουμεθα τσιλημπουρδίζετε / θα τσιλημπουρδίσετεθα τσιλημπουρδίζουν / θα τσιλημπουρδίζουνε / θα τσιλημπουρδίσουν / θα τσιλημπουρδίσουνε
Παρακείμενοςέχω τσιλημπουρδίσειέχεις τσιλημπουρδίσειέχει τσιλημπουρδίσειέχουμε τσιλημπουρδίσειέχετε τσιλημπουρδίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα τσιλημπουρδίσειείχες τσιλημπουρδίσειείχε τσιλημπουρδίσειείχαμε τσιλημπουρδίσει——
Υποτακτικήνα έχω τσιλημπουρδίσει / να τσιλημπουρδίζω / να τσιλημπουρδίσωνα έχεις τσιλημπουρδίσει / να τσιλημπουρδίζεις / να τσιλημπουρδίσειςνα έχει τσιλημπουρδίσει / να τσιλημπουρδίζει / να τσιλημπουρδίσεινα έχουμε τσιλημπουρδίσει / να τσιλημπουρδίζουμε / να τσιλημπουρδίσουμενα έχετε τσιλημπουρδίσει / να τσιλημπουρδίζετε / να τσιλημπουρδίσετενα τσιλημπουρδίζουν / να τσιλημπουρδίζουνε / να τσιλημπουρδίσουν / να τσιλημπουρδίσουνε
Προστακτική—τσιλημπούρδιζε / τσιλημπούρδισε——τσιλημπουρδίζετε / τσιλημπουρδίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →