τσιλημπουρδίζω
•
- ερωτοτροπώ, συνήθως εξωσυζυγικά Βικιλεξικό
- φέρομαι απρεπώς Βικιλεξικό
- ασχολούμαι με κάτι που μου τρώει χρόνο απ' την εργασία μου, χρονοτριβώ ασχολούμενος με κάτι άλλο απ' το αρμόζον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιλημπουρδίζω < τσιλημπουρδ(ώ) + -ίζω → δείτε τη λέξη τσιλημπουρδάω για την ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τσιλημπουρδίζω | τσιλημπουρδίζεις | τσιλημπουρδίζει | τσιλημπουρδίζουμε | τσιλημπουρδίζετε | τσιλημπουρδίζουν / τσιλημπουρδίζουνε |
| Παρατατικός | τσιλημπούρδιζα | τσιλημπούρδιζες | τσιλημπούρδιζε | τσιλημπουρδίζαμε | τσιλημπουρδίζατε | τσιλημπουρδίζαν / τσιλημπουρδίζανε / τσιλημπούρδιζαν |
| Αόριστος | τσιλημπούρδισα | τσιλημπούρδισες | τσιλημπούρδισε | τσιλημπουρδίσαμε | τσιλημπουρδίσατε | τσιλημπουρδίσαν / τσιλημπουρδίσανε / τσιλημπούρδισαν |
| Μέλλοντας | θα τσιλημπουρδίζω / θα τσιλημπουρδίσω | θα τσιλημπουρδίζεις / θα τσιλημπουρδίσεις | θα τσιλημπουρδίζει / θα τσιλημπουρδίσει | θα τσιλημπουρδίζουμε / θα τσιλημπουρδίσουμε | θα τσιλημπουρδίζετε / θα τσιλημπουρδίσετε | θα τσιλημπουρδίζουν / θα τσιλημπουρδίζουνε / θα τσιλημπουρδίσουν / θα τσιλημπουρδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τσιλημπουρδίσει | έχεις τσιλημπουρδίσει | έχει τσιλημπουρδίσει | έχουμε τσιλημπουρδίσει | έχετε τσιλημπουρδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τσιλημπουρδίσει | είχες τσιλημπουρδίσει | είχε τσιλημπουρδίσει | είχαμε τσιλημπουρδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τσιλημπουρδίσει / να τσιλημπουρδίζω / να τσιλημπουρδίσω | να έχεις τσιλημπουρδίσει / να τσιλημπουρδίζεις / να τσιλημπουρδίσεις | να έχει τσιλημπουρδίσει / να τσιλημπουρδίζει / να τσιλημπουρδίσει | να έχουμε τσιλημπουρδίσει / να τσιλημπουρδίζουμε / να τσιλημπουρδίσουμε | να έχετε τσιλημπουρδίσει / να τσιλημπουρδίζετε / να τσιλημπουρδίσετε | να τσιλημπουρδίζουν / να τσιλημπουρδίζουνε / να τσιλημπουρδίσουν / να τσιλημπουρδίσουνε |
| Προστακτική | — | τσιλημπούρδιζε / τσιλημπούρδισε | — | — | τσιλημπουρδίζετε / τσιλημπουρδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →