Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσινάω

/t͡siˈna.o/ρήμα
•
  1. για υποζύγιακλοτσάω, αντιδρώ απότομα, δυστροπώ Βικιλεξικό
  2. για υποζύγιατσιγκλάω υποζύγιο Βικιλεξικό
  3. (μεταφορικά, για ανθρώπους, (αμετάβατο)) δυστροπώ, αντιδρώ, δεν δέχομαι, εκνευρίζομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσινάω < τσιν(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσινῶ < *τινῶ με τσιτακισμό < τινάζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτσινάω / τσινώτσινάςτσινά / τσινάειτσινάμε / τσινούμετσινάτετσινάν / τσινάνε / τσινούν / τσινούνε
Παρατατικόςτσινούσατσινούσεςτσινούσετσινούσαμετσινούσατετσινούσαν / τσινούσανε
Αόριστοςτσίνησατσίνησεςτσίνησετσινήσαμετσινήσατετσίνησαν / τσινήσαν / τσινήσανε
Μέλλονταςθα τσινάω / θα τσινήσω / θα τσινώθα τσινάς / θα τσινήσειςθα τσινά / θα τσινάει / θα τσινήσειθα τσινάμε / θα τσινήσουμε / θα τσινούμεθα τσινάτε / θα τσινήσετεθα τσινάν / θα τσινάνε / θα τσινήσουν / θα τσινήσουνε / θα τσινούν / θα τσινούνε
Παρακείμενοςέχω τσινήσειέχεις τσινήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα τσινήσει—————
Υποτακτικήνα έχω τσινήσει / να τσινάω / να τσινήσω / να τσινώνα έχεις τσινήσει / να τσινάς / να τσινήσειςνα τσινά / να τσινάει / να τσινήσεινα τσινάμε / να τσινήσουμε / να τσινούμενα τσινάτε / να τσινήσετενα τσινάν / να τσινάνε / να τσινήσουν / να τσινήσουνε / να τσινούν / να τσινούνε
Προστακτική—τσίνα / τσίναγε / τσίνησε——τσινάτε / τσινήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →