τσινάω
•
- για υποζύγιακλοτσάω, αντιδρώ απότομα, δυστροπώ Βικιλεξικό
- για υποζύγιατσιγκλάω υποζύγιο Βικιλεξικό
- (μεταφορικά, για ανθρώπους, (αμετάβατο)) δυστροπώ, αντιδρώ, δεν δέχομαι, εκνευρίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσινάω < τσιν(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσινῶ < *τινῶ με τσιτακισμό < τινάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τσινάω / τσινώ | τσινάς | τσινά / τσινάει | τσινάμε / τσινούμε | τσινάτε | τσινάν / τσινάνε / τσινούν / τσινούνε |
| Παρατατικός | τσινούσα | τσινούσες | τσινούσε | τσινούσαμε | τσινούσατε | τσινούσαν / τσινούσανε |
| Αόριστος | τσίνησα | τσίνησες | τσίνησε | τσινήσαμε | τσινήσατε | τσίνησαν / τσινήσαν / τσινήσανε |
| Μέλλοντας | θα τσινάω / θα τσινήσω / θα τσινώ | θα τσινάς / θα τσινήσεις | θα τσινά / θα τσινάει / θα τσινήσει | θα τσινάμε / θα τσινήσουμε / θα τσινούμε | θα τσινάτε / θα τσινήσετε | θα τσινάν / θα τσινάνε / θα τσινήσουν / θα τσινήσουνε / θα τσινούν / θα τσινούνε |
| Παρακείμενος | έχω τσινήσει | έχεις τσινήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τσινήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τσινήσει / να τσινάω / να τσινήσω / να τσινώ | να έχεις τσινήσει / να τσινάς / να τσινήσεις | να τσινά / να τσινάει / να τσινήσει | να τσινάμε / να τσινήσουμε / να τσινούμε | να τσινάτε / να τσινήσετε | να τσινάν / να τσινάνε / να τσινήσουν / να τσινήσουνε / να τσινούν / να τσινούνε |
| Προστακτική | — | τσίνα / τσίναγε / τσίνησε | — | — | τσινάτε / τσινήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →