τσιφλίκι
•
- το αγρόκτημα μεγάλης εκτάσεως που ανήκε σε έναν ιδιοκτήτη (μεγαλογαιοκτήμονα) και το καλλιεργούσαν με υποχρεωτική εργασία χωρικοί (κολίγοι) Βικιλεξικό
- Υπήρχε ένα τσιφλίκι εκεί, ο πατέρας μου θα αναλάμβανε την επιστασία του. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
- μεταφορικάτομέας όπου κάποιος ασκεί αυθαίρετη εξουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιφλίκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική çiflik < çiftlik (αγρόκτημα, φάρμα) < çift [ ζευγάρι, < περσική جفت (joft: ζευγάρι) ] + -lik
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιφλίκι | τσιφλίκια |
| Γενική | τσιφλικιού | τσιφλικιών |
| Αιτιατική | τσιφλίκι | τσιφλίκια |
| Κλητική | τσιφλίκι | τσιφλίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →