Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσιφούτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οικείοο τσιγκούνης, που θέλει μόνο να μαζεύει λεφτά εκμεταλλευόμενος τους άλλους Βικιλεξικό
    • Και το' χε, Θεέ μου , ένας τσιφούτης ... ο Θεός να σε φυλάει. Σχεδόν εβδομηντάρης, σπαγκοραμμένος, κι άκληρος παντελώς το φαντάζεσαι; Να' χε παιδιά, αγγόνια ... να πω, τέλος πάντων ... (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου Ροζαλία, εκδ. Ιωλκός, 2015, σελ. 457)

Ετυμολογία

τσιφούτης < (άμεσο δάνειο) τουρκική çıfıt (απατεώνας, εκμεταλλευτής) < Çıfıt (Εβραίος) < οθωμανική τουρκική چفوت (çıfut) < περσική جهود (johud, Εβραίος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσιφούτηςτσιφούτηδες
Γενικήτσιφούτητσιφούτηδων
Αιτιατικήτσιφούτητσιφούτηδες
Κλητικήτσιφούτητσιφούτηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →