Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσογλάνι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μειωτικόάτομο νεαρής ηλικίας Βικιλεξικό
    • Τι καθόμαστε, ρέ, και ακούμε αυτό το τσογλάνι*, που ήρθε να μας μάθει μελισσοκομία, στους μελισσοκόμους / *Μέ χαρακτήρισε «τσογλάνι», πιθανῶς γιατί εἶχα ξυρισμένο μουστάκι, ἐνῶ τὸ πάχος, τό μῆκος καί τό στρίψημο τοῦ μουστακιοῦ, συντελοῦσαν τότε νά χαρακτηρίζονται ὡς προσωπικότητες.. (Μελισσοκομική Ελλάς, τεύχη 380-402, σελ. 141)
    • «ὅσο γιά σένα βρομοθήλυκο, μεῖνε μέ τό τσογλάνι!» «μ' ἐσᾶς, νεαρέ μου, δέν ἔχω τίποτα» εἶπε ἕνας ὑπουργός άνευ χαρτοφυλακίου καί ἀπεχώρησε σαφῶς προσβεβλημένος (Νίκος Λεβέντης, Τέσσερα, εκδ. Πατάκης, 2013)
  2. μειωτικόάτομο νεαρής ηλικίας και κακής διαγωγής Βικιλεξικό
  3. παρωχημένοο νεαρός βοηθός του καφετζή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσογλάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική iç oğlanı (νεαρός στην υπηρεσία του παλατιού) με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσογλάνιτσογλάνια
Γενικήτσογλανιούτσογλανιών
Αιτιατικήτσογλάνιτσογλάνια
Κλητικήτσογλάνιτσογλάνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →