Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσοκ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παλαιότερο εξάρτημα (είδος κλαπέτου) οχημάτων με μηχανή εσωτερικής καύσης που ρυθμίζει το μείγμα καυσίμου - αέρα στο καρμπυρατέρ· το χρησιμοποιούσαν για να βοηθήσουν την εκκίνηση του κινητήρα τις κρύες μέρες κλείνοντας την παροχή αέρα και τροφοδοτώντας έτσι τη μηχανή με πλουσιότερο μείγμα Βικιλεξικό
  2. στένεμα στο τέλος της κάννης φορητών πυροβόλων όπλων Βικιλεξικό
  3. στρογγυλή μέγγενη με 3 ή 4 δόντια, των οποίων το άνοιγμα ρυθμίζεται με ειδικό κλειδί· στους τόρνους εκεί στερεώνεται το κυλιδρικό κομμάτι μετάλλου που θέλουμε να επεξεργαστούμε· στα δράπανα εκεί προσαρμόζονται τρυπάνια διαφορετικών μεγεθών Βικιλεξικό
  4. τάκος ακινητοποίησης, που εφαρμόζει στους τροχούς των σταθμευμένων αεροπλάνων Βικιλεξικό
    • Το λάθος που το έριξαν σε έναν σμηνίτη που αφαίρεσε τα τσοκ (τροχοεμποδιστήρες) από τους τροχούς, προφανώς και δεν ανήκει σε εκείνον (από το κείμενο «Η επιχείρηση “Νίκη” όπως την έζησε ο ηρωικός πιλότος Δημήτρης Μήτσαινας», Active News.gr· πρόσβαση: 2020-09-17)

Ετυμολογία

τσοκ < (άμεσο δάνειο) αγγλική choke

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →