τσουβαλιά
•
- το περιεχόμενο ενός τσουβαλιού ή η ποσότητα που χωράει σ’ ένα τσουβάλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσουβαλιά < τσουβάλ(ι) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσουβαλιά | τσουβαλιές |
| Γενική | τσουβαλιάς | τσουβαλιών |
| Αιτιατική | τσουβαλιά | τσουβαλιές |
| Κλητική | τσουβαλιά | τσουβαλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →