τσουβάλι
•
- μεγάλος σάκος από κάνναβη ή άλλο υλικό, για αποθήκευση ή μεταφορά πραγμάτων Βικιλεξικό
- το περιεχόμενο ενός τσουβαλιού(1) ή η ποσότητα που χωράει ένα τσουβάλι Βικιλεξικό
- μεταφορικάρούχο ή ύφασμα κακής ποιότητας ή αισθητικής, συνήθως πιο μεγάλο απ’ ό,τι πρέπει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσουβάλι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική چوال (çuval) (τουρκικά çuval) < περσική گوال (goval, σάκος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσουβάλι | τσουβάλια |
| Γενική | τσουβαλιού | τσουβαλιών |
| Αιτιατική | τσουβάλι | τσουβάλια |
| Κλητική | τσουβάλι | τσουβάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →