Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσουβάλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεγάλος σάκος από κάνναβη ή άλλο υλικό, για αποθήκευση ή μεταφορά πραγμάτων Βικιλεξικό
  2. το περιεχόμενο ενός τσουβαλιού(1) ή η ποσότητα που χωράει ένα τσουβάλι Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάρούχο ή ύφασμα κακής ποιότητας ή αισθητικής, συνήθως πιο μεγάλο απ’ ό,τι πρέπει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσουβάλι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική چوال (çuval) (τουρκικά çuval) < περσική گوال (goval, σάκος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσουβάλιτσουβάλια
Γενικήτσουβαλιούτσουβαλιών
Αιτιατικήτσουβάλιτσουβάλια
Κλητικήτσουβάλιτσουβάλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →