τσουβαλιάζω
•
- οικείοτοποθετώ κάτι σε τσουβάλι Βικιλεξικό
- μεταφορικάτοποθετώ πολλούς ή πολλά μαζί σ’ ένα χώρο, στριμώχνω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποσυλλαμβάνω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποεξαπατώ, παραπλανώ, παρασέρνω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποαντιμετωπίζω όλα ή όλους με τον ίδιο τρόπο, έστω κι αν το καθένα ξεχωριστά απαιτεί ειδική αντιμετώπιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσουβαλιάζω < τσουβάλι + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τσουβαλιάζω | τσουβαλιάζεις | τσουβαλιάζει | τσουβαλιάζουμε | τσουβαλιάζετε | τσουβαλιάζουν / τσουβαλιάζουνε |
| Παρατατικός | τσουβάλιαζα | τσουβάλιαζες | τσουβάλιαζε | τσουβαλιάζαμε | τσουβαλιάζατε | τσουβάλιαζαν / τσουβαλιάζαν / τσουβαλιάζανε |
| Αόριστος | τσουβάλιασα | τσουβάλιασες | τσουβάλιασε | τσουβαλιάσαμε | τσουβαλιάσατε | τσουβάλιασαν / τσουβαλιάσαν / τσουβαλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα τσουβαλιάζω / θα τσουβαλιάσω | θα τσουβαλιάζεις / θα τσουβαλιάσεις | θα τσουβαλιάζει / θα τσουβαλιάσει | θα τσουβαλιάζουμε / θα τσουβαλιάσουμε | θα τσουβαλιάζετε / θα τσουβαλιάσετε | θα τσουβαλιάζουν / θα τσουβαλιάζουνε / θα τσουβαλιάσουν / θα τσουβαλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τσουβαλιάσει | έχεις τσουβαλιάσει | έχει τσουβαλιάσει | έχουμε τσουβαλιάσει | έχετε τσουβαλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τσουβαλιάσει | είχες τσουβαλιάσει | είχε τσουβαλιάσει | είχαμε τσουβαλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τσουβαλιάσει / να τσουβαλιάζω / να τσουβαλιάσω | να έχεις τσουβαλιάσει / να τσουβαλιάζεις / να τσουβαλιάσεις | να έχει τσουβαλιάσει / να τσουβαλιάζει / να τσουβαλιάσει | να έχουμε τσουβαλιάσει / να τσουβαλιάζουμε / να τσουβαλιάσουμε | να έχετε τσουβαλιάσει / να τσουβαλιάζετε / να τσουβαλιάσετε | να τσουβαλιάζουν / να τσουβαλιάζουνε / να τσουβαλιάσουν / να τσουβαλιάσουνε |
| Προστακτική | — | τσουβάλιαζε / τσουβάλιασε | — | — | τσουβαλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τσουβαλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →