Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσουβαλιάζω

ρήμα
•
  1. οικείοτοποθετώ κάτι σε τσουβάλι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάτοποθετώ πολλούς ή πολλά μαζί σ’ ένα χώρο, στριμώχνω Βικιλεξικό
  3. λαϊκότροποσυλλαμβάνω Βικιλεξικό
  4. λαϊκότροποεξαπατώ, παραπλανώ, παρασέρνω Βικιλεξικό
  5. λαϊκότροποαντιμετωπίζω όλα ή όλους με τον ίδιο τρόπο, έστω κι αν το καθένα ξεχωριστά απαιτεί ειδική αντιμετώπιση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσουβαλιάζω < τσουβάλι + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτσουβαλιάζωτσουβαλιάζειςτσουβαλιάζειτσουβαλιάζουμετσουβαλιάζετετσουβαλιάζουν / τσουβαλιάζουνε
Παρατατικόςτσουβάλιαζατσουβάλιαζεςτσουβάλιαζετσουβαλιάζαμετσουβαλιάζατετσουβάλιαζαν / τσουβαλιάζαν / τσουβαλιάζανε
Αόριστοςτσουβάλιασατσουβάλιασεςτσουβάλιασετσουβαλιάσαμετσουβαλιάσατετσουβάλιασαν / τσουβαλιάσαν / τσουβαλιάσανε
Μέλλονταςθα τσουβαλιάζω / θα τσουβαλιάσωθα τσουβαλιάζεις / θα τσουβαλιάσειςθα τσουβαλιάζει / θα τσουβαλιάσειθα τσουβαλιάζουμε / θα τσουβαλιάσουμεθα τσουβαλιάζετε / θα τσουβαλιάσετεθα τσουβαλιάζουν / θα τσουβαλιάζουνε / θα τσουβαλιάσουν / θα τσουβαλιάσουνε
Παρακείμενοςέχω τσουβαλιάσειέχεις τσουβαλιάσειέχει τσουβαλιάσειέχουμε τσουβαλιάσειέχετε τσουβαλιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα τσουβαλιάσειείχες τσουβαλιάσειείχε τσουβαλιάσειείχαμε τσουβαλιάσει——
Υποτακτικήνα έχω τσουβαλιάσει / να τσουβαλιάζω / να τσουβαλιάσωνα έχεις τσουβαλιάσει / να τσουβαλιάζεις / να τσουβαλιάσειςνα έχει τσουβαλιάσει / να τσουβαλιάζει / να τσουβαλιάσεινα έχουμε τσουβαλιάσει / να τσουβαλιάζουμε / να τσουβαλιάσουμενα έχετε τσουβαλιάσει / να τσουβαλιάζετε / να τσουβαλιάσετενα τσουβαλιάζουν / να τσουβαλιάζουνε / να τσουβαλιάσουν / να τσουβαλιάσουνε
Προστακτική—τσουβάλιαζε / τσουβάλιασε——τσουβαλιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

τσουβαλιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →