τσουκάλι
•
- κουζινικάτο πήλινο σκεύος, στο οποίο τοποθετούμε φαγητό ή και το μαγειρεύουμε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσουκάλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσουκάλι < (ίσως) ιταλική zucca < υστερολατινική cucutia < λατινικά cucurbita
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσουκάλι | τσουκάλια |
| Γενική | τσουκαλιού | τσουκαλιών |
| Αιτιατική | τσουκάλι | τσουκάλια |
| Κλητική | τσουκάλι | τσουκάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →