τσουκαλάς
•
- λαϊκότροποτεχνίτης πήλινων ή κεραμικών αντικειμένων, αγγειοπλάστης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσουκαλάς < τσουκάλ(ι) + -ας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσουκαλάς | τσουκαλάδες |
| Γενική | τσουκαλά | τσουκαλάδων |
| Αιτιατική | τσουκαλά | τσουκαλάδες |
| Κλητική | τσουκαλά | τσουκαλάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →