τσουράπι
•
- κοντή και χοντρή, μάλλινη κάλτσα των χωρικών Βικιλεξικό
- Τὸ ὄνομα ξενίζει στοὺς ἀλλουνοὺς τοὺς Αἰτωλούς . Αὐτοὶ τὴ γυναίκεια κάλτσα τὴν ξέρουν μόνο μὲ τὸ ὄνομα «τσουράπι» (Δημήτρης Λουκόπουλος, Πως υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί, κεφάλαιο: Οι γυναικείες κάλτσες (τσουράπια}, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, 1927, σελ. 83)
Ετυμολογία
τσουράπι < (άμεσο δάνειο) τουρκική çorap < αραβική جورب (cūrāb, κάλτσα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσουράπι | τσουράπια |
| Γενική | τσουραπιού | τσουραπιών |
| Αιτιατική | τσουράπι | τσουράπια |
| Κλητική | τσουράπι | τσουράπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →