τσουράπω
•
- λαϊκότροποάξεστη γυναίκα και ατημέλητη Βικιλεξικό
- αγενής γυναίκα πχ: (γαϊδούρα, γαϊδάρα, γομάρα, μουλάρα, μούλα, βλαχάρα, χοντρογυναίκα) Βικιλεξικό
- επιθετικό, ατίθασο άτομο (συνήθως για γυναίκα) πχ: αγριόγατα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσουράπω < τσουράπ(ι) + -ω < τουρκικά çorap < αραβικά جورب (cūrāb, κάλτσα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσουράπω | τσουράπες |
| Γενική | τσουράπως | τσουράπων |
| Αιτιατική | τσουράπω | τσουράπες |
| Κλητική | τσουράπω | τσουράπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →