τσούζω
•
- προκαλώ πόνο που μοιάζει με κάψιμο Βικιλεξικό
- μεταφορικάλέω ή κάνω κάτι που προκαλεί συναισθηματικό πόνο σε κάποιον Βικιλεξικό
- νιώθω ένα άσχημο ερεθισμό κάπου στο σώμα μου Βικιλεξικό
- μεταφορικάέχω δριμύτητα Βικιλεξικό
- μεταφορικάέχω δηκτικότητα Βικιλεξικό
- μεταφορικάείμαι ακριβός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσούζω < αρχαία ελληνική σίζω (: βγάζω συριστικό ήχο, κυρίως για καυτό μέταλλο που το βουτάμε στο νερό)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →