Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσόντα

/ˈt͡so(n).da/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μικρό κομμάτι υφάσματος που ράβεται σε άλλο όμοιο, και το συμπληρώνει, φαρδύνοντας ή μακρύοντάς το Βικιλεξικό
    • Το ύφασμα δεν φτάνει, θα χρειαστεί μια τσόντα.
  2. κατ’ επέκτασηπροσθήκη οποιουδήποτε υλικού σε άλλο όμοιο Βικιλεξικό
  3. γενικότεραοτιδήποτε λειτουγεί ως συμπλήρωμα ή προσθήκη Βικιλεξικό
  4. οικείοσυμπληρωματικό χρηματικό ποσό Βικιλεξικό
    • Έχω λίγα ψιλά, δώσε και εσύ καμιά τσόντα να πάμε σινεμά.
  5. παρωχημένοσκηνές πορνό, που προβάλλονταν εντελώς ασύνδετα ανάμεσα σε σκηνές άλλης ταινίας με διαφορετικό θέμα, συνήθως σε λαϊκούς κινηματογράφους Βικιλεξικό
  6. κατ’ επέκτασηη ίδια η πορνογραφική ταινία Βικιλεξικό
  7. γενικότερασκανδαλιστικό θέαμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσόντα < (άμεσο δάνειο) βενετική zonta (προσθήκη), άλλη μορφή του xonta < λατινική iūncta < iūnctus < iūngō. Ζεύγος: χούντα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσόντατσόντες
Γενικήτσόντας—
Αιτιατικήτσόντατσόντες
Κλητικήτσόντατσόντες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →