τσόντα
•
- μικρό κομμάτι υφάσματος που ράβεται σε άλλο όμοιο, και το συμπληρώνει, φαρδύνοντας ή μακρύοντάς το Βικιλεξικό
- Το ύφασμα δεν φτάνει, θα χρειαστεί μια τσόντα.
- κατ’ επέκτασηπροσθήκη οποιουδήποτε υλικού σε άλλο όμοιο Βικιλεξικό
- γενικότεραοτιδήποτε λειτουγεί ως συμπλήρωμα ή προσθήκη Βικιλεξικό
- οικείοσυμπληρωματικό χρηματικό ποσό Βικιλεξικό
- Έχω λίγα ψιλά, δώσε και εσύ καμιά τσόντα να πάμε σινεμά.
- παρωχημένοσκηνές πορνό, που προβάλλονταν εντελώς ασύνδετα ανάμεσα σε σκηνές άλλης ταινίας με διαφορετικό θέμα, συνήθως σε λαϊκούς κινηματογράφους Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη ίδια η πορνογραφική ταινία Βικιλεξικό
- γενικότερασκανδαλιστικό θέαμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσόντα < (άμεσο δάνειο) βενετική zonta (προσθήκη), άλλη μορφή του xonta < λατινική iūncta < iūnctus < iūngō. Ζεύγος: χούντα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσόντα | τσόντες |
| Γενική | τσόντας | — |
| Αιτιατική | τσόντα | τσόντες |
| Κλητική | τσόντα | τσόντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →