Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσοντάρω

/t͡sonˈda.ɾo/ρήμα
•
  1. συμπληρώνω με τσόντα: Βικιλεξικό
    • Θα τσοντάρω το σεντόνι.
  2. οικείοσυμπληρώνω με τσόντα: Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσοντάρω < (άμεσο δάνειο) βενετική zontar (προσθέτω) + -ω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτσοντάρωτσοντάρειςτσοντάρειτσοντάρουμετσοντάρετετσοντάρουν / τσοντάρουνε
Παρατατικόςτσόνταρατσόνταρεςτσόνταρετσοντάραμετσοντάρατετσοντάραν / τσοντάρανε / τσόνταραν
Αόριστοςτσοντάρισατσοντάρισεςτσοντάρισετσονταρίσαμετσονταρίσατετσοντάρισαν / τσονταρίσαν / τσονταρίσανε
Μέλλονταςθα τσοντάρω / θα τσονταρίσωθα τσοντάρεις / θα τσονταρίσειςθα τσοντάρει / θα τσονταρίσειθα τσοντάρουμε / θα τσονταρίσουμεθα τσοντάρετε / θα τσονταρίσετεθα τσοντάρουν / θα τσοντάρουνε / θα τσονταρίσουν / θα τσονταρίσουνε
Παρακείμενοςέχω τσονταρίσειέχεις τσονταρίσειέχει τσονταρίσειέχουμε τσονταρίσειέχετε τσονταρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα τσονταρίσειείχες τσονταρίσειείχε τσονταρίσειείχαμε τσονταρίσει——
Υποτακτικήνα έχω τσονταρίσει / να τσοντάρω / να τσονταρίσωνα έχεις τσονταρίσει / να τσοντάρεις / να τσονταρίσειςνα έχει τσονταρίσει / να τσοντάρει / να τσονταρίσεινα έχουμε τσονταρίσει / να τσοντάρουμε / να τσονταρίσουμενα έχετε τσονταρίσει / να τσοντάρετε / να τσονταρίσετενα τσοντάρουν / να τσοντάρουνε / να τσονταρίσουν / να τσονταρίσουνε
Προστακτική—τσοντάρισε / τσόνταρε——τσοντάρετε / τσονταρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →