τυπάς
•
- λαϊκότροποάνθρωπος με χαρακτηριστικό στιλ και προσωπικότητα Βικιλεξικό
- είναι και πολύ τυπάς!
- για άγνωστο άνθρωποσυνώνυμο του τύπος, κάποιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυπάς (νεολογισμός) < τύπ(ος) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυπάς | τυπάδες |
| Γενική | τυπά | τυπάδων |
| Αιτιατική | τυπά | τυπάδες |
| Κλητική | τυπά | τυπάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →