Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυπογραφείο

/ti.po.ɣɾaˈfi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο χώρος όπου τυπώνονται έντυπα Βικιλεξικό
    • το Εθνικό Τυπογραφείο

Ετυμολογία

τυπογραφείο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα τυπογραφεῖον < τυπογράφ(ος) + -εῖον > -είο. Μορφολογικά αναλύεται σε τυπο- + -γραφείο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτυπογραφείοτυπογραφεία
Γενικήτυπογραφείουτυπογραφείων
Αιτιατικήτυπογραφείοτυπογραφεία
Κλητικήτυπογραφείοτυπογραφεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →