Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυπογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. τυπογραφίαπου έχει σχέση με τον τυπογράφο ή την τυπογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοτυπογραφικά: τα διορθωτέα λάθη σ’ ένα εκτυπωμένο κείμενο Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοτυπογραφικό: δεκαεξασέλιδο εκτυπωμένων και στις δύο όψεις σελίδων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυπογραφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική typographique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική typographic < αρχαία ελληνική τύπος + γράφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυπογραφικόςτυπογραφικήτυπογραφικό
Γενικήτυπογραφικούτυπογραφικήςτυπογραφικού
Αιτιατικήτυπογραφικότυπογραφικήτυπογραφικό
Κλητικήτυπογραφικέτυπογραφικήτυπογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυπογραφικοίτυπογραφικέςτυπογραφικά
Γενικήτυπογραφικώντυπογραφικώντυπογραφικών
Αιτιατικήτυπογραφικούςτυπογραφικέςτυπογραφικά
Κλητικήτυπογραφικοίτυπογραφικέςτυπογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →