τυπογραφικός
•
- τυπογραφίαπου έχει σχέση με τον τυπογράφο ή την τυπογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτυπογραφικά: τα διορθωτέα λάθη σ’ ένα εκτυπωμένο κείμενο Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτυπογραφικό: δεκαεξασέλιδο εκτυπωμένων και στις δύο όψεις σελίδων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυπογραφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική typographique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική typographic < αρχαία ελληνική τύπος + γράφω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τυπογραφικός | τυπογραφική | τυπογραφικό |
| Γενική | τυπογραφικού | τυπογραφικής | τυπογραφικού |
| Αιτιατική | τυπογραφικό | τυπογραφική | τυπογραφικό |
| Κλητική | τυπογραφικέ | τυπογραφική | τυπογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τυπογραφικοί | τυπογραφικές | τυπογραφικά |
| Γενική | τυπογραφικών | τυπογραφικών | τυπογραφικών |
| Αιτιατική | τυπογραφικούς | τυπογραφικές | τυπογραφικά |
| Κλητική | τυπογραφικοί | τυπογραφικές | τυπογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →