τυπολατρικός
•
- που έχει σχέση με την τυπολατρία ή τον τυπολάτρη ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυπολατρικός < τυπολάτρης / τυπολατρία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τυπολατρικός | τυπολατρική | τυπολατρικό |
| Γενική | τυπολατρικού | τυπολατρικής | τυπολατρικού |
| Αιτιατική | τυπολατρικό | τυπολατρική | τυπολατρικό |
| Κλητική | τυπολατρικέ | τυπολατρική | τυπολατρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τυπολατρικοί | τυπολατρικές | τυπολατρικά |
| Γενική | τυπολατρικών | τυπολατρικών | τυπολατρικών |
| Αιτιατική | τυπολατρικούς | τυπολατρικές | τυπολατρικά |
| Κλητική | τυπολατρικοί | τυπολατρικές | τυπολατρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →