Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυπολατρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την τυπολατρία ή τον τυπολάτρη ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυπολατρικός < τυπολάτρης / τυπολατρία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυπολατρικόςτυπολατρικήτυπολατρικό
Γενικήτυπολατρικούτυπολατρικήςτυπολατρικού
Αιτιατικήτυπολατρικότυπολατρικήτυπολατρικό
Κλητικήτυπολατρικέτυπολατρικήτυπολατρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυπολατρικοίτυπολατρικέςτυπολατρικά
Γενικήτυπολατρικώντυπολατρικώντυπολατρικών
Αιτιατικήτυπολατρικούςτυπολατρικέςτυπολατρικά
Κλητικήτυπολατρικοίτυπολατρικέςτυπολατρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →