τυπώνω
•
- αναπαράγω μια εικόνα, ένα κείμενο κ.λπ. με τυπογραφικό τρόπο Βικιλεξικό
- εκδίδω Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυγκρατώ κάτι στο μυαλό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυπώνω < αρχαία ελληνική τυπῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τυπώνω | τυπώνεις | τυπώνει | τυπώνουμε | τυπώνετε | τυπώνουν / τυπώνουνε |
| Παρατατικός | τύπωνα | τύπωνες | τύπωνε | τυπώναμε | τυπώνατε | τυπώναν / τυπώνανε / τύπωναν |
| Αόριστος | τύπωσα | τύπωσες | τύπωσε | τυπώσαμε | τυπώσατε | τυπώσαν / τυπώσανε / τύπωσαν |
| Μέλλοντας | θα τυπώνω / θα τυπώσω | θα τυπώνεις / θα τυπώσεις | θα τυπώνει / θα τυπώσει | θα τυπώνουμε / θα τυπώσουμε | θα τυπώνετε / θα τυπώσετε | θα τυπώνουν / θα τυπώνουνε / θα τυπώσουν / θα τυπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τυπώσει | έχεις τυπώσει | έχει τυπώσει | έχουμε τυπώσει | έχετε τυπώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τυπώσει | είχες τυπώσει | είχε τυπώσει | είχαμε τυπώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τυπώσει / να τυπώνω / να τυπώσω | να έχεις τυπώσει / να τυπώνεις / να τυπώσεις | να έχει τυπώσει / να τυπώνει / να τυπώσει | να έχουμε τυπώσει / να τυπώνουμε / να τυπώσουμε | να έχετε τυπώσει / να τυπώνετε / να τυπώσετε | να τυπώνουν / να τυπώνουνε / να τυπώσουν / να τυπώσουνε |
| Προστακτική | — | τύπωνε / τύπωσε | — | — | τυπώνετε / τυπώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →