Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυφλόμυγα

/tiˈflo.mi.ɣa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παιδικό παιχνίδι κατά τη διάρκεια του οποίου δένονται τα μάτια ενός παίκτη μ’ ένα μαντίλι, κι αυτός προσπαθεί να πιάσει κάποιον συμπαίκτη του και με ψηλάφιση να τον αναγνωρίσει Βικιλεξικό
    • Έξω στις αλάνες παίζαμε με τα γειτονόπουλα την τυφλόμυγα, τη μακριά γαϊδούρα, το κουτσό ή τα πεντόβολα. (Γιάννης Καιροφύλας, Αναμνήσεις ενός Αθηναίου)

Ετυμολογία

τυφλόμυγα < τυφλ(ός) + -ό- + μύγα, πιθανόν μεταφραστικό δάνειο από την ιταλική mosca cieca

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτυφλόμυγατυφλόμυγες
Γενικήτυφλόμυγας—
Αιτιατικήτυφλόμυγατυφλόμυγες
Κλητικήτυφλόμυγατυφλόμυγες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →