Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυχερός

/ti.çeˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει καλή τύχη Βικιλεξικό
  2. αυτός που φέρνει καλή τύχη, που διέπεται, εξαρτάται από την τύχη Βικιλεξικό
    • πολύ τυχερός είναι ο Γιώργος... κέρδισε το τζόκερ!!!

Ετυμολογία

τυχερός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τυχερός < αρχαία ελληνική τυχηρός με τροπή [ir] > [er] < τύχ(η) + -ηρός . Μορφολογικά, τύχ(η) + -ερός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυχερόςτυχερήτυχερό
Γενικήτυχερούτυχερήςτυχερού
Αιτιατικήτυχερότυχερήτυχερό
Κλητικήτυχερέτυχερήτυχερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυχεροίτυχερέςτυχερά
Γενικήτυχερώντυχερώντυχερών
Αιτιατικήτυχερούςτυχερέςτυχερά
Κλητικήτυχεροίτυχερέςτυχερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →