τυχερός
•
- που έχει καλή τύχη Βικιλεξικό
- αυτός που φέρνει καλή τύχη, που διέπεται, εξαρτάται από την τύχη Βικιλεξικό
- πολύ τυχερός είναι ο Γιώργος... κέρδισε το τζόκερ!!!
Ετυμολογία
τυχερός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τυχερός < αρχαία ελληνική τυχηρός με τροπή [ir] > [er] < τύχ(η) + -ηρός . Μορφολογικά, τύχ(η) + -ερός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τυχερός | τυχερή | τυχερό |
| Γενική | τυχερού | τυχερής | τυχερού |
| Αιτιατική | τυχερό | τυχερή | τυχερό |
| Κλητική | τυχερέ | τυχερή | τυχερό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τυχεροί | τυχερές | τυχερά |
| Γενική | τυχερών | τυχερών | τυχερών |
| Αιτιατική | τυχερούς | τυχερές | τυχερά |
| Κλητική | τυχεροί | τυχερές | τυχερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →