Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυχοπαιξία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια Βικιλεξικό
  2. ο κλάδος των τυχερών παιχνιδιών Βικιλεξικό
  3. οποιοδήποτε τυχερό παιχνίδι, παιχνίδι βασισμένο στις πιθανές εκβάσεις, τυχαίες επιλογές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυχοπαιξία < τύχ(η) + -ο- + παίκ(της + -σία (κατά το χαρτοπαιξία). Νεολογισμός του 19ου αιώνα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτυχοπαιξίατυχοπαιξίες
Γενικήτυχοπαιξίαςτυχοπαιξιών
Αιτιατικήτυχοπαιξίατυχοπαιξίες
Κλητικήτυχοπαιξίατυχοπαιξίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →