τυχοπαιξία
•
- η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια Βικιλεξικό
- ο κλάδος των τυχερών παιχνιδιών Βικιλεξικό
- οποιοδήποτε τυχερό παιχνίδι, παιχνίδι βασισμένο στις πιθανές εκβάσεις, τυχαίες επιλογές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυχοπαιξία < τύχ(η) + -ο- + παίκ(της + -σία (κατά το χαρτοπαιξία). Νεολογισμός του 19ου αιώνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυχοπαιξία | τυχοπαιξίες |
| Γενική | τυχοπαιξίας | τυχοπαιξιών |
| Αιτιατική | τυχοπαιξία | τυχοπαιξίες |
| Κλητική | τυχοπαιξία | τυχοπαιξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →