Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υαλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένογυάλινος Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοτα υαλικά (ουδέτερο, πληθυντικός) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υαλικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑαλικός < ὕαλ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυαλικόςυαλικήυαλικό
Γενικήυαλικούυαλικήςυαλικού
Αιτιατικήυαλικόυαλικήυαλικό
Κλητικήυαλικέυαλικήυαλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυαλικοίυαλικέςυαλικά
Γενικήυαλικώνυαλικώνυαλικών
Αιτιατικήυαλικούςυαλικέςυαλικά
Κλητικήυαλικοίυαλικέςυαλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →