Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υαλογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την υαλογραφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υαλογραφικός < υαλογραφία + -ικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hyalographie < αρχαία ελληνική ὕαλος + γράφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυαλογραφικόςυαλογραφικήυαλογραφικό
Γενικήυαλογραφικούυαλογραφικήςυαλογραφικού
Αιτιατικήυαλογραφικόυαλογραφικήυαλογραφικό
Κλητικήυαλογραφικέυαλογραφικήυαλογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυαλογραφικοίυαλογραφικέςυαλογραφικά
Γενικήυαλογραφικώνυαλογραφικώνυαλογραφικών
Αιτιατικήυαλογραφικούςυαλογραφικέςυαλογραφικά
Κλητικήυαλογραφικοίυαλογραφικέςυαλογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →