υαλογραφώ
•
- διακοσμώ κάτι με υαλογραφήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υαλογραφώ < υαλογραφία + -ώ < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hyalographie < αρχαία ελληνική ὕαλος + γράφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υαλογραφώ | υαλογραφείς | υαλογραφεί | υαλογραφούμε | υαλογραφείτε | υαλογραφούν / υαλογραφούνε |
| Παρατατικός | υαλογραφούσα | υαλογραφούσες | υαλογραφούσε | υαλογραφούσαμε | υαλογραφούσατε | υαλογραφούσαν / υαλογραφούσανε |
| Αόριστος | υαλογράφησα | υαλογράφησες | υαλογράφησε | υαλογραφήσαμε | υαλογραφήσατε | υαλογράφησαν / υαλογραφήσαν / υαλογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα υαλογραφήσω / θα υαλογραφώ | θα υαλογραφήσεις / θα υαλογραφείς | θα υαλογραφήσει / θα υαλογραφεί | θα υαλογραφήσουμε / θα υαλογραφούμε | θα υαλογραφήσετε / θα υαλογραφείτε | θα υαλογραφήσουν / θα υαλογραφήσουνε / θα υαλογραφούν / θα υαλογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω υαλογραφήσει | έχεις υαλογραφήσει | έχει υαλογραφήσει | έχουμε υαλογραφήσει | έχετε υαλογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υαλογραφήσει | είχες υαλογραφήσει | είχε υαλογραφήσει | είχαμε υαλογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υαλογραφήσει / να υαλογραφήσω / να υαλογραφώ | να έχεις υαλογραφήσει / να υαλογραφήσεις / να υαλογραφείς | να έχει υαλογραφήσει / να υαλογραφήσει / να υαλογραφεί | να έχουμε υαλογραφήσει / να υαλογραφήσουμε / να υαλογραφούμε | να έχετε υαλογραφήσει / να υαλογραφήσετε / να υαλογραφείτε | να υαλογραφήσουν / να υαλογραφήσουνε / να υαλογραφούν / να υαλογραφούνε |
| Προστακτική | — | υαλογράφει / υαλογράφησε | — | — | υαλογραφήστε / υαλογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →