υαλοπωλείο
•
- κατάστημα στο οποίο πωλούνται οικιακά γυάλινα είδη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υαλοπωλείο < (καθαρεύουσα) ὑαλοπωλεῖον. Αναλύεται σε υαλο- + -πωλείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υαλοπωλείο | υαλοπωλεία |
| Γενική | υαλοπωλείου | υαλοπωλείων |
| Αιτιατική | υαλοπωλείο | υαλοπωλεία |
| Κλητική | υαλοπωλείο | υαλοπωλεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →