Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υαλοστάσιο

/i.al.loˈsta.si.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κατασκευή πάνω στην οποία στηρίζονται υαλοπίνακες ή πλαίσια υαλοπινάκων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υαλοστάσιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑαλοστάσιον. Μορφολογικά αναλύεται σε υαλο- (ύαλος) + -στάσιο : Κατά τον Χαραλαμπάκη, απόδοση για τη γαλλική verrière.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυαλοστάσιουαλοστάσια
Γενικήυαλοστάσιου / υαλοστασίουυαλοστάσιων / υαλοστασίων
Αιτιατικήυαλοστάσιουαλοστάσια
Κλητικήυαλοστάσιουαλοστάσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →