στέκομαι
•
- σταματώ, δεν κινούμαι Βικιλεξικό
- αδρανώ Βικιλεξικό
- παραμένω Βικιλεξικό
- είμαι όρθιος, δεν κάθομαι Βικιλεξικό
- Γιατί στέκεσαι όρθια;
- είμαι (σε κάποια οικονομική κατάσταση) Βικιλεξικό
- Οικονομικώς στεκόταν πολύ καλά. (Μ. Καραγάτσης, Ο κίτρινος φάκελος)
- συμπεριφέρομαι Βικιλεξικό
- Δεν του στάθηκε του άντρα της καταπώς έπρεπε.
- ισχύει, είναι σωστό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στέκομαι < στέκ(ω) + -ομαι < αρχαία ελληνική ἕστηκα, παρακείμενος του ἵσταμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →