υαλουργία
•
- το να κατασκευάζει κάποιος διάφορα πράγματα από γυαλί Βικιλεξικό
- υαλουργείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υαλουργία < υαλουργός + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υαλουργία | υαλουργίες |
| Γενική | υαλουργίας | υαλουργιών |
| Αιτιατική | υαλουργία | υαλουργίες |
| Κλητική | υαλουργία | υαλουργίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →