Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υγράλατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γαστρονομίαπου διατηρείται σε υγρή άλμη Βικιλεξικό
    • Στη λαϊκή, στη Βαρβάκειο Κεντρική Αγορά, στα μαγαζιά με παραδοσιακά προϊόντα και στις ειδικές προθήκες που στήνουν τα μεγάλα σουπερμάρκετ εν όψει των ημερών, θα βρείτε υγράλατο μπακαλιάρο. (*)

Ετυμολογία

υγράλατος < υγρός + αλάτι + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυγράλατοςυγράλατηυγράλατο
Γενικήυγράλατουυγράλατηςυγράλατου
Αιτιατικήυγράλατουγράλατηυγράλατο
Κλητικήυγράλατευγράλατηυγράλατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυγράλατοιυγράλατεςυγράλατα
Γενικήυγράλατωνυγράλατωνυγράλατων
Αιτιατικήυγράλατουςυγράλατεςυγράλατα
Κλητικήυγράλατοιυγράλατεςυγράλατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →