Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υγρός

/iˈɣɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη δεύτερη κατάσταση της ύλης, ανάμεσα στην στερεή και την αεριώδη· χαρακτηρίζεται από σχετικά ελεύθερη κίνηση των μορίων, με αποτέλεσμα τα υγρά σώματα να έχουν σταθερό όγκο αλλά μεταβλητό σχήμα, καθώς τείνουν να λάβουν το σχήμα του δοχείου που τα περιέχει. Βικιλεξικό
    • μετάβαση από την στερεή στην υγρή κατάσταση
  2. που έχει βραχεί Βικιλεξικό
    • υγρά μάτια (μάτια δακρυσμένα)
  3. γλωσσολογίαγια τα υγρά σύμφωνα λ, ρ, μ, ν Βικιλεξικό
  4. ουσιαστικοποιημένουγρό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υγρός < αρχαία ελληνική ὑγρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wegʷ- (υγρός). Για τον όρο της γλωσσολογίας: (ελληνιστική κοινή) ὑγρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυγρόςυγρήυγρό
Γενικήυγρούυγρήςυγρού
Αιτιατικήυγρόυγρήυγρό
Κλητικήυγρέυγρήυγρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυγροίυγρέςυγρά
Γενικήυγρώνυγρώνυγρών
Αιτιατικήυγρούςυγρέςυγρά
Κλητικήυγροίυγρέςυγρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →