Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υγρό σύμφωνο

/iˈɣɾo ˈsiɱfono/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φωνητικήσύμφωνο κατά την εκφώνηση του οποίου ο αέρας ρέει ελεύθερα από το στόμα Βικιλεξικό
    • Τα υγρά σύμφωνα στην κοινή νεοελληνική είναι: τα πλευρικά προσεγγιστικά: το φατνιακό [l] και το ουρανικό [ʎ] τα παλλόμενα: το μονοπαλλόμενα [ɾ] και σπανιότερα το παλλόμενο [r] όπως το ακούμε στα ισπανικά. Στις βόρειες διαλέκτους το [l] υπερωικοποιείται σε [ɫ] ενώ στην κρητική διάλεκτο, π.χ. των Σφακίων και του Μυλοποτάμου, το [l] γίνεται ανακεκαμμένο προσεγγιστικό [ɻ].

Ετυμολογία

υγρό σύμφωνο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑγρόν → δείτε τις λέξεις υγρός και σύμφωνο :* για τα «υγρά» γράμματα λ, μ, ν, ρ: εννοείται: σύμφωνον ή στοιχεῖον :* για τη φωνητική: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική liquide

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυγρό σύμφωνουγρά σύμφωνα
Γενικήυγρού συμφώνουυγρών συμφώνων
Αιτιατικήυγρό σύμφωνουγρά σύμφωνα
Κλητικήυγρό σύμφωνουγρά σύμφωνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →