Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υγροποιώ

ρήμα
•
  1. μετατρέπω κάτι σε υγρό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υγροποιώ < (ελληνιστική κοινή) / ὑγροποιῶ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική liquéfier)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυγροποιώυγροποιείςυγροποιείυγροποιούμευγροποιείτευγροποιούν / υγροποιούνε
Παρατατικόςυγροποιούσαυγροποιούσεςυγροποιούσευγροποιούσαμευγροποιούσατευγροποιούσαν / υγροποιούσανε
Αόριστοςυγροποίησαυγροποίησεςυγροποίησευγροποιήσαμευγροποιήσατευγροποίησαν / υγροποιήσαν / υγροποιήσανε
Μέλλονταςθα υγροποιήσω / θα υγροποιώθα υγροποιήσεις / θα υγροποιείςθα υγροποιήσει / θα υγροποιείθα υγροποιήσουμε / θα υγροποιούμεθα υγροποιήσετε / θα υγροποιείτεθα υγροποιήσουν / θα υγροποιήσουνε / θα υγροποιούν / θα υγροποιούνε
Παρακείμενοςέχω υγροποιήσειέχεις υγροποιήσειέχει υγροποιήσειέχουμε υγροποιήσειέχετε υγροποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα υγροποιήσειείχες υγροποιήσειείχε υγροποιήσειείχαμε υγροποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω υγροποιήσει / να υγροποιήσω / να υγροποιώνα έχεις υγροποιήσει / να υγροποιήσεις / να υγροποιείςνα έχει υγροποιήσει / να υγροποιήσει / να υγροποιείνα έχουμε υγροποιήσει / να υγροποιήσουμε / να υγροποιούμενα έχετε υγροποιήσει / να υγροποιήσετε / να υγροποιείτενα υγροποιήσουν / να υγροποιήσουνε / να υγροποιούν / να υγροποιούνε
Προστακτική—υγροποίει / υγροποίησε——υγροποιήστε / υγροποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →