Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υδραυλικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελματεχνίτης που ασχολείται με εργασίες υδραυλικών εγκαταστάσεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υδραυλικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυδραυλικόςυδραυλικοί
Γενικήυδραυλικούυδραυλικών
Αιτιατικήυδραυλικόυδραυλικούς
Κλητικήυδραυλικέυδραυλικοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

υδραυλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την παροχή και τη διοχέτευση του νερού Βικιλεξικό
    • Υδραυλική εγκατάσταση μέσα στην κατοικία / Υδραυλική εγκατάσταση έξω από την κατοικία, αλλά μέσα στην οικοδομή / Δεν υπάρχει αποχωρητήριο με υδραυλική εγκατάσταση (επιλογές απαντήσεων για τις κατοικίες στα Αποτελέσματα απογραφής πληθυσμού - κατοικιών της 5ης Απριλίου 1981, Εθνική Στατιστική υπηρεσία της Ελλάδος, 1987, σελ. 96)
    • Το πιο αντιπροσωπευτικό σύστημα του υδραυλικού συστήματος της μυκηναϊκής εποχής αποσπάστηκε και επανατοποθετήθηκε στη θέση του από τον Δημήτρη Κορρέ, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών κατασκευής του σταθμού του ΜΕΤΡΟ « Άλιμος». (Αρχαιολογικόν Δελτίον, Τόμος 63, Υπουργείο Πολιτισμού, 2008, σελ. 202)
  2. σχετικός με τη λειτουργία συστημάτων ρευστών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υδραυλικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυδραυλικόςυδραυλικήυδραυλικό
Γενικήυδραυλικούυδραυλικήςυδραυλικού
Αιτιατικήυδραυλικόυδραυλικήυδραυλικό
Κλητικήυδραυλικέυδραυλικήυδραυλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυδραυλικοίυδραυλικέςυδραυλικά
Γενικήυδραυλικώνυδραυλικώνυδραυλικών
Αιτιατικήυδραυλικούςυδραυλικέςυδραυλικά
Κλητικήυδραυλικοίυδραυλικέςυδραυλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →