Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υιοθετήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να υιοθετηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υιοθετήσιμος < υιοθετώ + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυιοθετήσιμοςυιοθετήσιμηυιοθετήσιμο
Γενικήυιοθετήσιμουυιοθετήσιμηςυιοθετήσιμου
Αιτιατικήυιοθετήσιμουιοθετήσιμηυιοθετήσιμο
Κλητικήυιοθετήσιμευιοθετήσιμηυιοθετήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυιοθετήσιμοιυιοθετήσιμεςυιοθετήσιμα
Γενικήυιοθετήσιμωνυιοθετήσιμωνυιοθετήσιμων
Αιτιατικήυιοθετήσιμουςυιοθετήσιμεςυιοθετήσιμα
Κλητικήυιοθετήσιμοιυιοθετήσιμεςυιοθετήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →